Strubbe 1994 no. 2 (Greek)
1
1
- Αὐρ. Κυρίων
- ζῶν ἐμαυτῷ
- κατεσκεύασα
- τὸ μνημῖον
- καὶ τῇ συνβίῳ
- μου Αὐρ. Ἰουλιάδι·
- καὶ βούλομαι με-
- τὰ τὸ ἐμὲ τεθῆ-
- ναι μηδένα ἕτε-
- ρον τεθῆναι εἰ
- μὴ τέκνον μου·
- ὃς δὲ ἂν παρὰ
- ταῦτα τι ποιή-
- σει, ἕξῃ κρίσιν
- πρὸς τὸν θεόν.
- εὐλογία πᾶσ[ιν].