CIJ 2, 864 (Greek)
1
1
- εἷς ὁ θε(ὸ)ς (ὁ)
- β(ο)ηθὸς Τοβεί-
- ῃ εἰς τὴν οἰκοδομὴν
- ἠνίεκ<α> ἐξ ἰδί(ω)ν οἰκοδόμησεν ·
- κ(αὶ) ὁ βο[η]θ(ή)σας εἰς τὴν οἰκοδόμην
- βοηθήση κ(αὶ) ἐ[ἰ]ς τοὺς γάμου̣ς.
- Γαδράθη.