Frey (Greek)
1
1
- [Ἔτους ΤΙΑ?]
- [Κλ.] Τιβέριος Πολύ-
- χαρμος, ὁ καὶ Ἀχύρι-
- ος, ὁ πατὴρ τῆς ἐν
- Στόβοις συναγωγῆς
- ὃς πολειτευσάμε-
- νος πᾶσαν πολειτεί-
- αν κατὰ τὸν ἰουδαϊ-
- σμὸν εὐχῆς ἕνεκεν
- τοὺς μὲν οἴκους τῷ
- ἁγίῳ τόπῳ καὶ τὸ
- τρίκλεινον σὺν τῷ
- τετραστόῳ ἐκ τῶν
- οἰκείων χρημάτων
- μηδὲν ὅλως παραψά-
- μενος τῶν ἁγίων, τὴν
- δὲ ἐξουσίαν τῶν ὑπε-
- ρώων πάντων πᾶσαν
- καὶ τὴν (δ)εσποτείαν
- ἔχειν ἐμὲ τὸν Κλ. Τιβέρι-
- ον Πολύχαρμον καὶ τοὺς
- <καὶ τοὺς> κληρονόμους
- τοὺς ἐμοὺς διὰ παντὸς
- βίου, ὃς ἂν δὲ βουληθῇ
- τι καινοτομῆσαι παρὰ τὰ ὑ-
- π' ἐμοῦ δοχθέντα, δώσει τῷ
- πατριαρχῇ δηναρίων (μ)υριά-
- δας εἴκοσι πέντε ˙ οὕτω γάρ
- μοι συνέδοξεν. τὴν δὲ ἐπι-
- σκευὴν τῆς κεράμου τῶν
- ὑπερώων ποιεῖσθ(α)ι ἐμὲ
- καὶ κληρονόμους
- ἐμούς.